Συνέντευξη Προέδρου ΔΕΔΕ 03/12/17

Συνέντευξη Προέδρου ΔΕΔΕ 03/12/17

Λάμπρος Λαμπριανού: Μηδαμινές οι προοπτικές για νέους διδακτορικούς επιστήμονες

Συνέντευξη στην Ελένη Κωνσταντίνου (Αυτούσιο το δημοσίευμα εδώ)

Ζοφερή περιγράφεται η κατάσταση σε σχέση με τους νέους διδάκτορες και επιστήμονες στη χώρα μας, λόγω των συνθηκών εργασίας και την αντιμετώπιση που τυγχάνουν από τις Αρχές των δημόσιων πανεπιστημίων. Δυστυχώς όλα αυτά μαζί με την έλλειψη προοπτικής, έτσι όπως την καταγράφει και ο πρόεδρος της συντεχνίας των Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (Δ.Ε.Δ.Ε.), Λάμπρος Λαμπριανού, εξωθούν τους νέους του τόπου, δηλαδή το μέλλον του τόπου, να ξενιτεύεται. Χρόνο με το χρόνο όλο και πιο πολλοί κάτοχοι πτυχιακών και μεταπτυχιακών τίτλων εγκαταλείπουν τη χώρα.

Παράλληλα, εκτός από τις ήδη περιορισμένες προοπτικές, μια νέα πρακτική από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπως καταγγέλλει ο κ. Λαμπριανού, στραγγαλίζει κάθε προοπτική για τους νέους διδακτορικούς επιστήμονες. Και αφορά την εισαγωγή χρονικών περιορισμών στη διάρκεια απασχόλησης Ειδικών Επιστημόνων Διδασκαλίας. Ένα σημαντικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού του τόπου δεν έχει, δηλαδή, ευκαιρίες να αποκατασταθεί επαγγελματικά στην ίδιά του τη χώρα, με αποτέλεσμα καταστροφικές συνέπειες για την οικονομική και την κοινωνική ανάπτυξη του τόπου.

Ποιες είναι οι προοπτικές στην Κύπρο του σήμερα για τους νέους διδάκτορες και επιστήμονες;

Εδώ και σχεδόν μια δεκαετία εφαρμόζεται στην Κύπρο, τόσο στα δημόσια όσο και στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, μια πολιτική που περιορίζει σημαντικά τις πραγματικές προοπτικές για νέους διδακτορικούς επιστήμονες. Οι ευκαιρίες εργοδότησής τους σε συνθήκες που αντιστοιχούν στα προσόντα τους, είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, είναι περιορισμένες. Έτσι, όταν μιλούμε για πραγματικές προοπτικές αναφερόμαστε σε ένα πολύ μικρό αριθμό νέων επιστημόνων. Η συντριπτική πλειοψηφία τους είναι αναγκασμένοι να απασχολούνται ως ωρομίσθιο μη οργανικό προσωπικό με πενιχρή αντιμισθία και μη αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και, το κυριότερο, χωρίς σχεδόν καμιά προοπτική να απασχοληθεί κάποια στιγμή σε οργανική θέση διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού.

Σε αντιστοιχία με τα προγράμματα σπουδών, πώς είναι η κατάσταση;

Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι αυτή η πολιτική εφαρμόζεται σε δυσαναλογία των πραγματικών αναγκών των πανεπιστημίων, τα οποία στο ίδιο χρονικό διάστημα αύξησαν σημαντικά τα προγράμματα σπουδών τους.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια έχουμε επιπλέον μια νέα πρακτική, π.χ. από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, που στραγγαλίζει κάθε προοπτική για τους νέους διδακτορικούς επιστήμονες. Αυτή αφορά την εισαγωγή χρονικών περιορισμών στη διάρκεια απασχόλησης ειδικών επιστημόνων διδασκαλίας. Με τη συμπλήρωση τριών χρόνων απασχόλησής τους στο πανεπιστήμιο τούς αποσπάται πλέον το δικαίωμα να υποβάλουν νέα αίτηση πρόσληψής τους, αναγκάζοντάς τους με αυτό τον τρόπο είτε να εγκαταλείψουν την Κύπρο είτε να αλλάξουν επαγγελματικό προσανατολισμό.

Έχετε κάποια στοιχεία που να καταγράφουν την εικόνα των νέων που σήμερα επιλέγουν είτε να παραμείνουν στις χώρες σπουδών τους είτε να μεταναστεύσουν;

Αυτή η λανθασμένη και ανεπαρκής αξιοποίηση του νέου επιστημονικού δυναμικού της Κύπρου αντανακλάται και στα επίσημα στατιστικά στοιχεία των τελευταίων χρόνων που δείχνουν ότι περίπου 1.500 άτομα ετησίως, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι κάτοχοι πτυχιακών και μεταπτυχιακών τίτλων, εγκαταλείπουν την χώρα. Στην ίδια κατεύθυνση δείχνουν, επίσης, τα στοιχεία από έρευνα του Κυπριακού Ινστιτούτου Στατιστικολόγων (ΚΙΣ), η οποία κατέγραψε ότι το 68% των νέων που εκφράζουν πρόθεση να μεταναστεύσουν –και τα άτομα που έχουν αυτή την πρόθεση αποτελούν σχεδόν το 1/3 του συνόλου των νέων ηλικίας μεταξύ 18-28 ετών– είναι κάτοχοι προπτυχιακού ή μεταπτυχιακού διπλώματος. Δηλαδή, εδώ, έχουμε μια πάρα πολύ μεγάλη «διαρροή εγκεφάλων» (brain drain) προς το εξωτερικό σε σχέση με το μέγεθος της κοινωνίας μας, μια μετανάστευση σπουδασμένων νέων που άρχισε τα τελευταία χρόνια και συνεχίζεται σήμερα με ακόμα πιο έντονους ρυθμούς. Αυτοί οι νέοι επιστήμονες, αν και αποτελούν ένα σημαντικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού του τόπου, δεν έχουν ευκαιρίες να αποκατασταθούν επαγγελματικά στην ίδιά τους τη χώρα. Ο καθένας μπορεί να φανταστεί τις καταστροφικές συνέπειες από αυτή την εξέλιξη για την οικονομική και την κοινωνική ανάπτυξη του τόπου, κάτι που οι φορείς αποφάσεων τόσο σε πολιτειακό όσο και πανεπιστημιακό επίπεδο, κοντόφθαλμα, παραβλέπουν.

Ως συντεχνία έχετε θέσει αρκετές φορές το ζήτημα των επισφαλών συνθηκών εργοδότησης στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας μας. Μπορείτε να μας εξηγήσετε τι ακριβώς εννοείτε με αυτό;

Με αυτό εννοούμε τους απαράδεκτους όρους με τους οποίους απασχολούνται οι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου στο πεδίο της διδασκαλίας και της έρευνας τόσο στα ιδιωτικά όσο και στα δημόσια πανεπιστήμια της Κύπρου, δηλαδή το καθεστώς εργοδότησης των ακαδημαϊκών που δεν κατέχουν οργανική θέση στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Κατ’ αρχήν το καθεστώς του λεγόμενου «Ειδικού Επιστήμονα Διδασκαλίας ή Έρευνας» δεν ισχύει για τα συστήματα ανώτατης εκπαίδευσης άλλων χωρών –οπότε αυτό θέτει εμπόδια στη διεθνή αναγνώριση και κινητικότητά τους ως διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό.

Επιπλέον, αυτό το καθεστώς απασχόλησης βασίζεται σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μερικής ή ωρομίσθιας απασχόλησης. Οι Ειδικοί Επιστήμονες Διδασκαλίας υποχρεώνονται να εργάζονται στη βάση διαδοχικών και διακεκομμένων συμβολαίων με διάρκεια τριών μηνών, για τα οποία πρέπει να υποβάλλουν κάθε φορά αίτηση εκ του μηδενός.

Και οι συνθήκες εργασίας;

Οι συμβάσεις αυτών των επιστημόνων, που αποτελούν στα δημόσια πανεπιστήμια έως και το 1/3 του ακαδημαϊκού προσωπικού, δεν προνοούν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, συνεισφορά του εργοδότη σε ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων, άδεια μητρότητας, γονική άδεια και άδεια ασθενείας. Επιπρόσθετα, δεν έχουν το δικαίωμα εκπροσώπησής τους στα συλλογικά σώματα των πανεπιστημίων, δικαίωμα που παρέχεται στο μόνιμο διδακτικό και διοικητικό προσωπικό και στους φοιτητές. Επίσης, λαμβάνουν πολύ χαμηλές απολαβές που δεν αντιστοιχούν στα ακαδημαϊκά τους προσόντα. Πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτές οι απολαβές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου μειώθηκαν δύο φορές στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης, κάτι που τοποθέτησε αυτούς τους επιστήμονες σε ακόμα πιο δυσμενή οικονομική θέση.

Όσον αφορά τα άτομα που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε ερευνητικά προγράμματα ποια προβλήματα αντιμετωπίζουν;

Πέρα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλοι οι νέοι ακαδημαϊκοί σε μη οργανικές θέσεις, το κυριότερο πρόβλημα είναι οι ίδιες οι συμβάσεις των μεταδιδακτορικών ερευνητών. Με βάση αυτές τις συμβάσεις υποχρεώνονται μετά την ολοκλήρωση ενός ερευνητικού προγράμματος στην εξεύρεση νέας χρηματοδότησης, ώστε να ανανεωθεί και άρα να συνεχιστεί η βραχυπρόθεσμη εργασιακή απασχόλησή τους. Με άλλα λόγια, η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος δεν αποτελεί βάση για την επαγγελματική τους ανέλιξη, όπως συμβαίνει στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Επιπλέον, πρέπει να αναφέρουμε ότι τα δημόσια πανεπιστήμια διαθέτουν μια μεγάλη σύγχρονη υποδομή σε τεχνικό εξοπλισμό. Αυτή, όμως, δεν αξιοποιείται σε  επαρκή βαθμό με τη δημιουργία ενός ικανοποιητικού αριθμού οργανικών θέσεων για ερευνητές.

Αντιλαμβάνομαι ότι έχετε θέσει τα αιτήματά σας στο Συμβούλιο του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ωστόσο απαντήσεις που να σας ικανοποιούν δεν έχετε λάβει ακόμη. Πώς προχωράτε απ’ εδώ και πέρα;

Τα αιτήματά μας για καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας και της αλλαγής του καθεστώτος εργοδότησης τέθηκαν πολλές φορές στις Αρχές του Πανεπιστημίου Κύπρου. Δυστυχώς η ανταπόκριση ήταν μέχρι τώρα ανεπαρκής. Μέσα στο τρέχον έτος φτάσαμε σε συμφωνία σε σχέση με μερικά από τα αιτήματά μας. Παρά τις δεσμεύσεις που μας δόθηκαν για την άμεση λήψη συγκεκριμένων μέτρων βελτίωσης των όρων εργοδότησής μας και για την περαιτέρω συζήτηση των προβλημάτων μας, κάτι τέτοιο δεν υλοποιήθηκε μέχρι σήμερα. Απεναντίας, οι νέες προκηρύξεις θέσεων στο πανεπιστήμιο εμπεριέχουν τους παλιούς όρους εργοδότησης χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή. Η αδιαφορία που επιδεικνύουν οι Αρχές του πανεπιστημίου δεν μας αφήνουν, λοιπόν, άλλη επιλογή από το να προχωρήσουμε σε δυναμικά μέτρα, μη αποκλειόμενης και της απεργίας, για την προώθηση των αιτημάτων μας. Βέβαια οι αποφάσεις για τα συγκεκριμένα μέτρα θα παρθούν από την επικείμενη γενική συνέλευση της συντεχνίας μας τις επόμενες μέρες.

Ο τομέας έρευνα σήμερα στη χώρα μας θεωρείτε πως στηρίζεται επαρκώς ή θα πρέπει να δοθούν περισσότερα κονδύλια προς αυτή την κατεύθυνση;

Οι πραγματικές ανάγκες των δημόσιων πανεπιστημίων σε εκπαιδευτικό και ερευνητικό προσωπικό, οι οποίες αντανακλώνται στην αύξηση του αριθμού των φοιτητών και των προγραμμάτων σπουδών των πανεπιστημίων, απαιτούν ακριβώς αυτό, δηλαδή περισσότερα κονδύλια για την προκήρυξη νέων οργανικών θέσεων. Το υψηλά καταρτισμένο επιστημονικό προσωπικό γι’ αυτές τις θέσεις ήδη υπάρχει. Αυτοί οι επιστήμονες μπορούν να συμβάλουν σε μεγαλύτερο βαθμό στη διεθνή αναγνώριση και ανταγωνιστικότητα των κυπριακών πανεπιστημίων όπως και γενικά στην ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας μας. Λογικά η αξιοποίηση αυτού του δυναμικού όφειλε να είναι επιτακτικός στόχος τόσο της πολιτείας όσο και των Αρχών των πανεπιστημίων. Κι όμως, το επισφαλές καθεστώς εργοδότησής τους και οι άσχημες συνθήκες απασχόλησής τους, όπως και η απουσία προοπτικών για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, τους σπρώχνουν προς τη μετανάστευση. Ακριβώς εδώ όφειλαν να εστιάσουν οι φορείς αποφάσεων.

Προβληματικό το πλαίσιο κανονισμών του Ανοικτού Πανεπιστημίου

Εκτός από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, ποια είναι η κατάσταση στα άλλα δύο δημόσια πανεπιστήμια (ΤΕΠΑΚ και Ανοικτό Πανεπιστήμιο);

Η επισφαλής κατάσταση των διδακτορικών επιστημόνων είναι όμοια και στα άλλα δημόσια πανεπιστήμια. Οφείλω να αναφέρω ότι το ΤΕΠΑΚ, εντούτοις, αναγνώρισε ότι οι νέοι επιστήμονες απασχολούνται ως χαμηλόμισθοι και δεν προέβη στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης σε διαδοχικές περικοπές της αντιμισθίας τους, όπως έπραξε το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, τώρα, το υφιστάμενο πλαίσιο κανονισμών παρουσιάζεται ως ιδιαίτερα προβληματικό, γιατί η συντριπτική πλειοψηφία του εκπαιδευτικού προσωπικού (πλέον του 90%) απασχολείται ως μη μόνιμο προσωπικό, δηλαδή υπό συνθήκες επισφαλούς εργασίας. Ενδεικτικά, σημαντικά προβλήματα που παρουσιάζονται εδώ είναι η σύνδεση του μισθού για τη διδασκαλία του κάθε μαθήματος με τον αριθμό του φοιτητικού ακροατηρίου, ο χρονικός περιορισμός της εργοδότησης των νέων ακαδημαϊκών σε μη οργανικές θέσεις στα τρία συνεχόμενα χρόνια, όπως και η μη δυνατότητα συμμετοχής των νέων επιστημόνων στα συλλογικά σώματα της ακαδημαϊκής κοινότητας.